• Σταύρος Δάγλας

Η ΑΠΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΟΣ ΣΤΟ ΤΡΟΛΕΪ

Καλοκαίρι μεσημέρι, η Αθήνα στις ζέστες της κ’ η θειά Γιαννούλα του Κρετάκη (χήρα του Σπυρίδωνος Μάντζαρη), πηγαίνει με το τρόλεϊ στην κόρη της, κάπου στην Κυψέλη, συνοδευόμενη απ’ την εγγονή της Γιωργία.


Όρθια, ψηλή, στητή, καμάρι σκέτο η γερόντισσα, κρατημένη από την χειρολαβή, εντυπωσιάζει με το παράστημά της, που το κάνει ακόμη πιο εντυπωσιακό το παραδοσιακό Λευκαδίτικο, μακρύ σχεδόν μέχρι τους αστραγάλους μαύρο φουστάνι της.

Η κίνηση όμως είναι μεγάλη, τα σταμάτα ξεκίνα του τρόλεϊ αμέτρητα, και η ζέστη εξουθενωτική. Όλα μαζί την κάνουν από ένα σημείο κι έπειτα να βαριεστήσει και οι φιλότιμες προσπάθειες της εγγονής να της φκιάσει την διάθεση, δε πιάνουν και πολύ τόπο.

Έτσι είχαν τα κέφια της θειά Γιαννούλας, όταν σε μία απ’ τις πολλές στάσεις που κάνανε, ανέβηκε μια δεσποινιδούλα, ντυμένη μ’ ότι πιο μίνι και πιο διάφανο υπήρχε στον κόσμο, η οποία πήρε θέση δίπλα τους, όρθια κι αυτή. Καλοδεχούμενη ήτανε, αλλά μα τη πίστη της ησυχία δεν είχε.


Με το που μπήκε μέσα, αφού περιεργάστηκε με το βλέμμα τους πάντες και τα πάντα και ζήτησε από κάποιους νεαρούς ν’ ανοίξουν περισσότερο, τα ήδη ολάνοιχτά παράθυρα, για να πάρουν λίγο αέρα ως είπε, βάλθηκε να κάνει επίδειξη στα κάλλη της μ’ όποιον τρόπο ημπορούσε. Τελειώνοντας (μάλλον προσωρινά) και μ’ αυτό, έβαλε στο στόχαστρό την φορεσιά της θειά Γιαννούλας. Απ’ τον τρόπο που την κοίταζε, καταλάβαινες ότι δε της γέμιζε το μάτι. Ύφος και κινήσεις της έδειχναν, ότι ίσως και να σχεδίαζε τις «τροποποιήσεις» που θα έπρεπε να γίνουν πάνω στην Λευκαδίτική της φορεσιά κι ακόμη, ότι την εύρισκε απολύτως ακατάλληλη για την ζεστή ετούτη μέρα.


Τις σκέψεις της θα θεώρησε σωστό, να τις μεταφέρει στην ίδια την θειά Γιαννούλα, γιατί μετά απ’ ολίγο, της τράβηξε το φουστάνι ελαφρά, ίσα να την προσέξει και την ρώτησε με μπόλικο νάζι και πολύ ξελίγωμα:

Άααχ καλέ κυρία, πως αντέχετε μέσα σ’ αυτά τα ρούχα;


Η θειά Γιαννούλα όμως που απ’ την είσοδό της κοπέλας μας στο τρόλεϊ, την παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού, σκέφτηκε αρχικά (όπως έλεγε αργότερα) να της πει για πλάκα, πως παράγγειλε στη μοδίστρα της ένα φουστάνι ολόιδιο με το δικό της, αλλά της το καθυστερούσε η μαγάρα*, προτίμησε όμως τελικά να της κλείσει το στόμα μία και καλή με την απάντηση:


Όπως εσύ αντέχεις κυρά μου τη ξε-ζορκαμάρα* σου!



Τέρμα οι απορίες της δεσποινιδούλας μας, τέρμα και οι κουβέντες, στην πρώτη στάση κατέβηκε.


Γλωσσάρι

Μαγάρα εδώ ελαφρό μάλωμα, αλλιώς η βρόμικη, η μιαρή.

Ξε-ζορκαμάρα μεγάλη γύμνια



Σημείωση

Μου το διηγήθηκε η ίδια η Γιωργία.