• Σταύρος Δάγλας

ΚΑΦΕΣ… ΨΗΤΟΣ

1950 πάνω κάτω.


Στο καίκι Αγία Τριάς (κοινώς Μπαλαχαβιού), της οικογένειας Γαρμπή (Δάγλα), λίγο πριν αναχωρήσουν από τον Πειραιά για ταξίδι, αρρώστησε ξαφνικά κάποιος του πληρώματος (μάλλον ο Μίχος ο Γαρμπής) και ξεμπαρκάρησε*, με συνέπεια το Λιμεναρχείο ν’ απαιτήσει την ναυτολόγηση* ενός άλλου ατόμου, έστω ναυτόπαιδου, «προς αναπλήρωσιν του απολυθέντος», αλλιώς δεν θα τους επέτρεπε τον απόπλου.

Τι να κάνουν λοιπόν, ψάχνοντας στα βιαστικά, εύρικαν ένα δεκαοκτάχρονο Πειραιωτάκι που ζητούσε δουλειά και το πήραν μαζί τους. Λευκοφυλλαδίτης* ήταν, αλλά καλό και πρόθυμο παιδί, που είχε την ατυχία όμως, όχι να το ζαλίζει απλώς η θάλασσα, αλλά να το ξεθεώνει. Με το που αναχώρησαν απ’ το λιμάνι κι άρχισε να κουνάει το καΐκι, τον έπιασε η θάλασσα και δεν έλεγε να τον αφήσει. Ξαπλωμένος στο ράντσο* του κάτω στην πλώρη, εδεινοπαθούσε. Και τι δεν του έκαναν και τι δεν του έδωσαν για να τον ανακουφίσουν. Μάταιο όμως, ότι κι αν του έδιναν το έβγαζε, με αποτέλεσμα να χάσει το χρώμα του, να εξαντληθεί και από ένα σημείο κι έπειτα να τους βάλει σε ανησυχία.


Τέλος πάντων, όταν πλησίασαν κάποιες στεριές που έκοβαν τόσο τον αέρα, όσο και το κύμα, μαλάκωσε το κούνημα του καϊκιού κι ο καπετάνιος, ο Βασίλης ο Γαρμπής (Δάγλας), έστειλε τον Ματάκια (Γεράσιμο Παντελή Μαρκεζίνη – Σπανέλο) γι’ άλλη μια φορά στην πλώρη, να δει τι κάνει εκείνο το ταλαίπωρο το παιδί και να προσπαθήσει μήπως και κατάφερνε να του βάλει κάτι στο στόμα.


Σε λίγο επέστρεψε ο Ματάκιας ανήσυχος, με μούτρα κατεβασμένα, αμίλητος.

-Τι συμβαίνει oρέ Γεράσιμε τον ερώτησαν μ’ αγωνία, πως είναι το παιδί;

-Ε τ ρ ε λ ά θ η κ ε, τους απάντησε.

-Γιατί ωρέ Γεράσιμε του είπαν όλοι με μια φωνή, τι κάνει, τι σου είπε;

-Τι μου είπεεε; ερώτησ’ ο Ματάκιας, για να συνεχίσει αμέσως με το μαντάτο το

φ ο β ε ρ ό:

-Μου είπε να του ΨΗΣΩ έναν καφέ.



Σημείωση


Α. Ο τότε νέος Μεγανησιώτης, δεν είχε πολλές ευκαιρίες συναναστροφής μ’ άλλους ανθρώπους, πέρα απ’ τους ντόπιους και ο τρόπος που έμαθε να καταλαβαίνει την κάθε λέξη, περιορίζονταν αυστηρά, στην έννοια που απέδιδε και εξέφραζε αυτή, στο νησί και μόνον. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έμαθε και ήξερε, ότι ψήνομε το αρνί, ότι ψήνομε το ψάρι ή το ψωμί, και π ο τ έ δε ψήνομε τον καφέ. Τον καφέ στο νησί τον φ κ ι ά ν ο μ ε.

Αφού λοιπόν, ο «ασθενής» μας εζήτησε του Ματάκια να του ψήσει έναν καφέ, μ’ άλλα λόγια να του πάει έναν … «καφέ στη σ ο ύ β λ α», τον έβγαλε την ίδια τη στιγμή κουρλό* και με τα χ ί λ ι α δίκια του, που λένε και στο χωριό μου.


Β. Την ιστοριούλα αυτή την άκουσα από τον Βασίλη τον Γαρμπή (Δάγλα), καπετάνιο τότε του καϊκιού, στου Νιάγκα το μαγαζί, στο προαύλιο, όταν γύρισε από την Αυστραλία.



Γλωσσάρι


Ξεμπαρκάρω Παύω να είμαι μέλος του πληρώματος ενός πλοίου και αποβιβάζομαι απ’ αυτό, βγαίνω από το πλοίο.

Ναυτολόγηση καταχώρηση του ονόματος και λοιπών στοιχείων κάποιου εις το ναυτολόγιο (επίσημο έγγραφο του πλοίου), ώστε να γίνει και επίσημα μέλος του πληρώματος.

Λευκοφυλλαδίτης αυτός του οποίου το ναυτικό φυλλάδιο δεν έχει ουδεμία καταχώρηση (παραμένει λευκό), επειδή δεν έχει δουλέψει ακόμη ως πλήρωμα σε κάποιο πλοίο, (ανταλλάσσεται μεταξύ των ναυτικών και ως προσβλητική φράση).

Ράντσο εδώ, η κουκέτα στο καΐκι.

Κουρλός τρελός