• Σταύρος Δάγλας

Ο ΚΑΡΚΑΥΤΗΣ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΩ

Ο Καρκαύτης (Γρηγόριος Βρεττός) απ’ το Βαθύ, το ήξερε πως η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη, γι’ αυτό και την απόφευγε.


Το ότι ανακατεύονταν με μηχανές, το μαρτυρούσαν τα ρούχα του. Ήταν πάντα σκούρα και μύριζαν λίγο πετρέλαιο, ακόμη κι όταν είχαν βγει μόλις από την μπουγάδα. Τό ‘παιζε μηχανικός επιπέδου, που διόρθωνε το οιοδήποτε πρόβλημα, της όποιας μηχανής, βάρκας ή και καϊκιού.

Οι κακές γλώσσες όμως έλεγαν, πως σ’ όποια μηχανή κι αν έβαλε το χέρι του, αν ένα πρόβλημα εδιόρθωνε, δύο παρουσιαζόντανε.


Εμπαρκάριζε καμιά φορά και σε κάνα καΐκι, αλλά δεν την καλοάντεχε την ξενιτειά κι αφού συμπλήρωνε δε συμπλήρωνε μήνα, ξαναγύριζε στο Βαθύ.


Όπως ήταν επόμενο, τα οικονομικά της οικογένειας δεν επήγαιναν καλά και σύμφωνα με την λαλίστατη θειά Διαμάντω την γυναίκα του, της έλλειπαν πράγματα πρώτης ανάγκης. Το έλεγε στον νοικοκύρη της, αλλά αν και της έδινε κάποιες υποσχέσεις ότι θα φροντίσει με τον άλφα ή βήτα τρόπο να καλυτερέψουν τα πράγματα, τίποτε δεν άλλαζε.


Είδε κι απόειδε η καημένη η θειά Διαμάντω, πως ο στύλος του σπιτιού της, από κουβέντες δεν έπαιρνε κι εσκεύθηκε να εφαρμόσει μια παλιά δοκιμασμένη τακτική που είχε εφαρμόσει αρκετά παλιότερα, για άλλον λόγο βέβαια, μια πολύ μακρινή θειά της που τη λέγανε Λυσιστράτη.


Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα, τα σημεία έδειχναν ότι η καινούργια της τακτική έπιανε τόπο. Εγυρόφερνε ο νοικοκύρης της, αλλά αυτή δε χαμπάριαζε. Κι αυτός όμως δε σταμάταγε τις προσπάθειες, δίνοντας μάλιστα και κάποιες αόριστες υποσχέσεις, ότι όπου νά ‘ναι θά ‘πιανε δουλειά, κάπου του είπανε για την άλλη εβδομάδα κι ένα σωρό άλλα τέτοια.

Το φρούριο όμως δεν έπεφτε κι αυτό δεν άρεσε καθόλου του Καρκαύτη. Κάποια στιγμή όμως του ήρθε μία «φώτιση». Μές τη μέση στο Βαθύ ήταν φουνταρισμένο το καΐκι το Βεζεναίικο, η Φανερωμένη. Είχε έρθει για κάνα εικοσιτετράωρο και όπου νά ‘ταναι θά ‘φευγε. Αν έλεγε της γυναίκας του ότι εκανόνισε να μπαρκάρει με το Φανερωμένη; Μάλλον θα τον πίστευε, σκεύτηκε.


Χωρίς χασομέρια επήγε στο σπίτι και με ένα άλλο ύφος και άλλον αέρα από τον συνηθισμένο, λέει στην γυναίκα του: φκιάσε μου τα ρούχα μου ορή γυναίκααα. Και που θα πας νοικοκύρη μου, τ’ απάντησε όλο περιέργεια η θειά Διαμάντω. Εκανόνισα με το Σπύρο το Βεζενέ να πάου μαζί του, με τη Φανερωμένη, της απάντησε.



Τ’ άκουε η θειά Διαμάντω και δεν το πίστευε. Η ελπίδα όμως ότι άρχισε ν’ αλλάζει τακτική ο νοικοκύρης της, ξύπνησε τις καλές της διαθέσεις και πρόσχαρη, βάλθηκε να ετοιμάσει αμέσως τα πράγματα του άντρα της όλο φροντίδα, μην πάει και του λείψει τίποτε στο ταξίδι. Τον είδε και λίγο διαφορετικά και μια που θα ήταν αλάργα για κάποιο διάστημα, του ‘δωσε και μερίδιο απ’ ότι του είχε στερήσει τόσον καιρό. Έπειτα ο Καρκαύτης έφυγε να πάει για τσιγάρα.


Δεν περνάει όμως λίγη ώρα και βλέπει η θειά Διαμάντω από την πόρτα του σπιτιού της, το Φανερωμένη να βιράρει άγκυρα και αργά αργά, να βγαίνει απ’ το Βαθύ, χωρίς φυσικά τον άντρα της μέσα.


Τα πήρε στο κρανίο θα έλεγε η σημερινή νεολαία και δίνει διέξοδο στην εκτός ορίων οργή της, βγαίνοντας στην αυλή της για να φωνάξει όσο πιο δυνατά ημπορούσε:


Α το κερατά, με γέλασε και με γ@@@σε.


Σημείωση


Την ιστοριούλα αυτή μου την είχε πει ο καπτά Νίκος ο Χαραμής (Πάλμος), που ήταν γείτονας της θειά Διαμάντως και την άκουσε.