• Σταύρος Δάγλας

Ο ΛΟΛΟΣ (Θεόδωρος Πέτρου Αυγερινός)

Κύρια γνωρίσματα του Λόλου ήταν: η δυνατή φωνή, το μικρό μπόι και η μικρή συγγένεια του με την δουλειά. Επίσης οι παράξενες οι ιδέες που κατέβαζε κάποιες φορές το μυαλό του, συχνά όχι και τόσο σωστές.


Χρόνια πολλά πίσω, απόκτησε μια μεγαλούτσικη βάρκα και έβαλε μέσα μία τράτα.

Θυμάμαι το σουλούπι της κάτω στον Αθερινό, λες και την έχω μπροστά μου. Ήταν για το μέγεθός της, κοντή και πλατιά. Είχε και όνομα φυσικά, πως την έλεγαν όμως, δε θυμάμαι. Ανεξάρτητα όμως του πως την έλεγαν, και τι όνομα έγραφε στην πλώρη, το πλήρωμα της τράτας και οι λοιποί τρατολόγοι, την εβάφτισαν ΚΟΝΤΟΘΟΔΩΡΟΥΣΑ. Όπως καταλαβαίνετε ο συσχετισμός του ονόματός της, με τον ιδιοκτήτη της, ήταν άμεσος.


Μιά φορά, χειμώνα με αγριοκαίρι και κάποια παγωνιά, θαμπά το πρωί, ο ίδιος ο Λόλος και σιγά σιγά όλο το πλήρωμα της τράτας, εμαζευτήκανε ως συνήθως στο σημείο συνάντησής τους, στο καφενείο του Μπόιρα στο Βαθύ, που είχανε και την τράτα αραγμένη, για να πιούνε έναν καφέ, ίσως και κανένα κουνιάκι αν ήθελε κανένας για να ζεσταθεί και έπειτα να φύγουν με τα κουπιά, να πάνε για καμιά μαρίδα.


Καφέ ήπιανε, η ώρα επερνούσε, εξημέρωσε κι ο καπετάνιος της τράτας σύνθημα να σηκωθούνε για να πάνε στην βάρκα δεν έδινε. Οπότε, κάποιος του πληρώματος, οικογενειάρχης, που τον τρώγανε τα φίδια, του λέει:

-Λόλο, τι καθόμαστε ακόμη, για δουλειά δε θα πάμε;

-Δε μπάμε για δουλειά ορέ σήμερα, ήταν η κατηγορηματική απάντηση του Λόλου .

-Γιατί ορέ Λόλο; τον ξαναρωτάει.

-Δεν έχει ρέματα ορέ για να καλάρουμε, δε μπάνε τα ρέματα σήμερα, του απάντησε όλο στόμφο και πάλι ο Λόλος.

-Και που το ξέρεις εσύ μεσ' απ' το καφενείο ορέ Λόλο;, του ξαναλέει ο οικογενειάρχης.

Για να πάρει την τελική "αφοπλιστική" απάντησή του Λόλου, φυσικά με ύφος, φωνή, σιγουριά και δεν ξέρω τι άλλο, που δεν περιγράφονται:


Εμένα ορέ θα μου πεις αν έχει ρέματα, εμένα στο ΒΥΘΟΜΕΤΡΟ της θάλασσας;;;


Ότι ήθελε ας του απαντούσε, για δουλειά πάντως δεν πήγανε και φυσικά μαρίδα δεν φάγανε.


Σημείωση:

Την κουβέντα αυτή μου την είπε ο Αρεστής του Μπόιρα, (Αρεστής Βησσαρίωνος Γραμματικόπουλου) στο καράβι ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ του Γιάννη του Κονιδάρη, που κάναμε μαζί.