• Σταύρος Δάγλας

Ταξίδι με νεροποντή στα στενά της Σιγκαπούρης και τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας

Στο King Agamemnon (Βασιλεύς Αγαμέμνων) υπηρετούσα από διμήνου περίπου ως Υποπλοίαρχος. Ήταν ένα ογδονταπεντάρι γκαζάδικο του Πέτρου (Μάρκου) του Νομικού και περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1971, με το φως της ημέρας, επερνούσαμε τα στενά της Σιγκαπούρης, φορτωμένοι πετρέλαιο από τον Περσικό, για λιμάνι της περιοχής του Τόκυο.

Η Σιγκαπούρη ευρίσκεται μόλις μία μοίρα βόρεια του ισημερινού, με κλίμα τροπικό και το δελτίο καιρού έδινε βροχές στα στενά και όλη την περιοχή τριγύρω τους. Ο ουρανός βάλθηκε να μη διαψεύσει τους μετεωρολόγους και έβρεχε ασταμάτητα, με συνέπεια η ορατότητα, κυρίως όταν έφερνε μπόρες να περιορίζεται σε μερικές εκατοντάδες μέτρα.


Το πέρασμα αυτό ακόμη και με καλές συνθήκες ορατότητας θεωρείται δύσκολο, λόγω του μεγάλου αριθμού πλοίων που περνούν ασταμάτητα απ’ αυτό. Ενώνει βλέπεις δύο ωκεανούς, τον Ινδικό με τον Ειρηνικό και όλα τα πλεούμενα, μικρά - μεγάλα που κινούνται από τον έναν προς τον άλλο, από κει καλούνται να περάσουν. Κι ενώ για τα μεγάλα καράβια μπορείς να κάνεις πρόβλεψη πως θα κινηθούν, διότι σε γενικές γραμμές αυτά τηρούν τους κανονισμούς αποφυγής συγκρούσεως, για τις πιρόγες όμως, τις μαούνες, τα ρυμουλκά και τ’ άλλα μικροκάραβα που κινούνται κατά μιλιούνια στην περιοχή, δεν έχεις καμία εμπιστοσύνη. Ξεπροβάλουν ξαφνικά πίσω από τις αμέτρητες νησίδες των στενών, και ταξιδεύουν κυριολεκτικά ασύδοτα. Τυχόν σήματα που δίνεις με την σφυρίχτρα του καραβιού ή τον άλντι* σε κάποιο απ’ αυτά, για να διακόψει κάποια επικίνδυνη κίνηση που επιχειρεί να κάνει, τα γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια και συνεχίζουν όπως τους καπνίζει. Θ’ ακουστεί λίγο ρατσιστικό αυτό που θα πω, αλλά στο πλείστον τους είναι αγύριστα μυαλά αυτοί που τα κουμαντάρουν και αρκετές φορές σε κοψοχολιάζουν. Όλοι στη γέφυρα, (μεταξύ αυτών κι εγώ), και περισσότερο ο καπετάνιος βέβαια, ευρισκόμαστε συνέχεια με την ψυχή στο στόμα, μην βρεθεί κανένα απ’ αυτά κάτω από την πλώρη του καραβιού και πάρουμε το κρίμα στον λαιμό μας.


ALDIS signaling lamp – ο άλτης


Τρωτό σημείο των μεγάλων καραβιών είναι το ότι είναι δυσκίνητα, δεν έχουν την όση ευελιξία απαιτείται για ν’ αποφύγουν τυχόν πλεούμενο που θα βρεθεί ξαφνικά μπροστά τους, ανεξαρτήτως της καλής θέλησης του καπετάνιου τους. Έπειτα, που να ξεχωρίσεις και να φυλάξεις σκάφη μεγέθους πιρόγας, όταν τις βροχερές ημέρες όπως αυτή που εμείς περνούσαμε, ακόμη και καράβια κολοσσοί εξαφανίζονταν από τα μάτια μας σε στιγμές νεροποντής. Μέχρι και στην οθόνη του ραντάρ γίνονταν δυσδιάκριτα ή και αθέατα τότε, αφού οι ανακλάσεις των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων του ραντάρ, πάνω στον τοίχο της βροχής, ήταν ισχυρότερες εκείνων που ανακλούσαν τα μεγάλα καράβια. Έτσι στην οθόνη του (ραντάρ), δεν έβλεπες τίποτε άλλο από μιά ασπρίλα, όπου κάπου εκεί μέσα υπήρχε και το ίχνος των καραβιών ή της στεριάς που βρίσκονταν ένα γύρω μας. Κάτι κουμπιά που είχε βάλλει ο κατασκευαστής του ραντάρ, για να ελαττώνουν τις ανακλάσεις της βροχής ή τις θάλασσας, στην περίπτωσή μας δεν απέδιδαν τίποτε και τα σκαλίζαμε αδιάκοπα αλλά χωρίς όφελος. Τότε με αίσθηση ελαττωμένης σιγουριάς, επιστρατεύαμε τις αισθήσεις μας στο έπακρο, για ν’ αναπληρώσουμε μ’ αυτές, στο κατά δύναμη πάντα, την ελλιπή αποτελεσματικότητα κατά τις συγκεκριμένες στιγμές, αυτού του ανεκτίμητου κατά τα άλλα ναυτιλιακού εργαλείου, του ραντάρ και ν’ ανταποκριθούμε στις ανάγκες της περίστασης. Τα κιάλια, όργανο επαύξησης της όρασής του κάθε αξιωματικού γέφυρας, έρχονταν από μόνα τους θα έλεγες κάθε λίγο και λιγάκι στα μάτια μας, για να κρατάμε όσο γίνονταν έναν καλλίτερο οπτικό έλεγχο της περιοχής ολόγυρά μας. Ας σημειωθεί, πως αν ένα καράβι τύχει να συγκρουσθεί με άλλο σκάφος σ’ αυτά τα μέρη και προκύψει απώλεια ανθρώπινης ζωής, ιδίως αν αυτή είναι κάποιου ντόπιου, οι υπεύθυνοι της γέφυρας του καραβιού, δεν ξέρουν αν θα ξαναδούν ποτέ το σπίτι τους, ιδιαιτέρως αν το ατύχημα συμβεί σε περιοχή των στενών που ελέγχεται από την Ινδονησία. Με τις εκεί αρχές δεν ξεμπερδεύεις. Το δικό σου ατύχημα, γίνεται μια καλή ευκαιρία για τις όποιες εκεί τοπικές αρχές ν’ αποκομίσουν κάποιο προσωπικό όφελος. Αν μάλιστα στη φυλακή σε κλείσουν, οι ιστορίες που έχουν ακουστεί στα καπνιστήρια των καραβιών λένε, πως το κλειδί της φυλακής, το ρίχνουν στο πηγάδι.

Κάτι ξανοίγματα στον ουρανό μας έκαναν να υποθέσουμε πως σαν αφήναμε πίσω μας το φανάρι Χόρσμπουργκ στην ανατολική έξοδό των στενών, ίσως και να σταματούσαν οι βροχές. Δε βαριέσαι όμως, με βροχή και αστραπόβροντα το περάσαμε κι αυτό. Ένα αεράκι γύρω στα τρία με τέσσερα μποφόρ με εναλλασσόμενη κατεύθυνση, γυρόφερνε χαμηλά στον ουρανό όγκους από γκριζόμαυρα σύννεφα κατάφορτα με νερό, που άδειαζαν ασταμάτητα υπό τύπον νεροποντής και σπανίως ψιλόβροχου, πάνω σε στεριά και θάλασσα.

Δεκαπέντε με είκοσι μίλια μετά το Χόρσμπουργκ, εστρίψαμε ΒΒΑ, για ν’ αφήσουμε στα δεξιά μας μερικές ώρες αργότερα, πάλι με βροχή, την κάτασπρη κι ολόγυμνη ψηλή βραχονησίδα Ντομάρ, που ξεφυτρώνει ολομόναχη μέσ’ από την θάλασσα, με τα πετρώματά της καταξεσχισμένα από τον ήλιο, την βροχή και το κύμα.

Λιγάκι μετά, στα δεξιά μας πάλι, υπήρχε στην κορυφή από ένα νησάκι που λέγεται Letong ένα φαναράκι, που όπως είδαμε με τα κιάλια σήμερα έτυχε ν’ ανάβει, αλλά η φωτοβολία του δεν υπερέβαινε αυτήν του σπαρματσέτου. Στραβωθήκαμε μέχρι να το διοπτεύσουμε με το παλινόριο* από τον επαναλήπτη της πυξίδας, μετρήσαμε και την απόσταση απ’ αυτό με το ραντάρ και αφού βάλαμε μ’ αυτά τα στοιχεία το στίγμα του καραβιού πάνω στον χάρτη, ακολουθήσαμε πορεία 045ο μοίρες. Θα μας έβγαζε 10 μίλια ανατολικά απ’ το νησάκι Μικομότο, έξω απ’ τον κόλπο του Τόκυο. Εμπόδιο ίσα μπροστά μας δεν μεσολαβούσε πουθενά και την γιγάντια ανεξερεύνητη περιοχή των Spratly Islands, που είναι γεμάτη ύφαλους και βράχια, μ’ αυτή την πορεία, θα την αφήναμε 10 μίλια νέτα στα δεξιά μας. Τις τρείς (περίπου) βέβαια ημέρες που χρειάζονταν για να φθάσομε μέχρι εκεί, εννοείται ότι θα ελέγχαμε το στίγμα μας με τον ήλιο και τ΄ αστέρια, αφού θα ταξιδεύαμε σε ανοιχτό πέλαγος. Η προχώρηση του καραβιού λίγο ή πολύ μας ήταν γνωστή από την σταθερή ταχύτητά του καραβιού που ήταν 15 μίλια την ώρα, για την αλήθεια όμως αυτό δεν μας πολυενδιέφερε, εκείνο που μας απασχολούσε ήταν ο τυχόν ξεπεσμός του καραβιού προς τα δεξιά που ήταν οι ξέρες, από την επίδραση τυχόν άγνωστου σ’ εμάς θαλάσσιου ρεύματος.



παλινώριο

Επαναλήπτης γυροσκοπικής πυξίδας με παλινώριο


Ο ουρανός όμως αυτό που δεν ξέχασε να κάνει ήταν να βρέχει. Μια χαμηλή και αποπνικτική νέφωση που πλάκωσε πριν ακόμη πιάσουμε τα στενά της Σιγκαπούρης, δεν άφηνε να ξεμυτίσει ούτε ήλιος, ούτε αστέρι. Το τελευταίο ακριβές στίγμα μας ήταν αυτό που είχαμε φκιάσει με το νησάκι Letong. Τρείς μέρες μετά, στην πρωινή μου βάρδια 4-8, οι ξέρες των Spratly Islands σύμφωνα με την αναμέτρηση*, θα έπρεπε να είναι δίπλα μας. Μέσα μας όμως και περισσότερο σ’ εμένα που εκτελούσα βάρδια στην γέφυρα, υπήρχε η αμφιβολία: ευρισκόμαστε πάνω στην πορεία μας ή να μας έχει ξερίξει προς τα δεξιά κανένα ρεύμα; Για ν’ αυξηθούν τα ερωτηματικά μου και η αγωνία μου, λίγο μετά τις 4αρες που ανέβηκα στην γέφυρα, η βροχή που μας συνόδευε όλες αυτές τις ημέρες, μεταβλήθηκε σε κατακλυσμό και τα σχετικώς αραιά αστραπόβροντα που είχαμε μέχρι τότε, μετατράπηκαν σε ομοβροντίες. Κάποιες από τις αστραπές είχαν βάλει σημάδι τα κολωνάκια του καραβιού, πάνω στα οποία ήταν αναρτημένες οι κεραίες του ασυρμάτου. Κατά στιγμές ομολογώ ότι με σοκάριζαν με την ασύλληπτη λάμψη τους, που φώτιζαν το καράβι σαν να ήταν μέρα με πέντε ήλιους. Για κάποιον βιρτουόζο φωτογράφο, θα ήταν ίσως μοναδική ευκαιρία ν’ αποτυπώσει στο χαρτί αυτές της απαράμιλλης ομορφιάς εκρήξεις φωτός από τις αστραπές πάνω από το καράβι και τις αναμεσάδες του θόλου που είχαν φκιάσει τα σύννεφα από πάνω του.

Επειδή όμως εγώ δεν ήμουν φωτογράφος αλλά ο Υποπλοίαρχος που έκανε βάρδια στην γέφυρα ενός γκαζάδικου 85000-ων τόνων, το φορτίο του οποίου δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εκλύει γκάζια, ανησύχησα μήπως ο μαρκόνης είχε ξεχάσει να γειώσει τις κεραίες του ασυρμάτου και γι’ αυτό τα κολονάκια πάνω στα οποία αυτές ήταν κοτσαρισμένες, σαν ακίδες πλέον, είχαν γίνει πόλος έλξης όλων αυτών των αστραπών.

Χωρίς να καθυστερήσω τον κάλεσα στο τηλέφωνο, του εξήγησα εν τάχει τι συμβαίνει και τον ρώτησα αν έχει γειωμένες τις κεραίες του ασυρμάτου. Νυσταγμένα, αλλά χωρίς δισταγμό μου απάντησε θετικότατος, ότι τις έχει γειωμένες. Όμως για ασφάλεια μου απάντησε, φεύγω αμέσως να το επανελέγξω. Ένα λεπτό αργότερα με πήρε πίσω για να μου επιβεβαιώσει ότι τις έχει γειωμένες.

Την πλωριά σφυρίχτρα του καραβιού, την είχαμε βαλμένη στον αυτόματο και ρυθμισμένη να σφυρίζει μία κάθε δυο λεπτά, ουσιαστικά για να είμαστε εντάξει με τους κανονισμούς, παρά για να μας ακούσει τυχόν παραπλέον καράβι, αφού μέσα σ’ αυτόν τον χαλασμό που προκαλούσε η νεροποντή, μόλις που την ακούγαμε εμείς οι ίδιοι από την γέφυρα. Θυμάμαι όμως, ότι παρ’ όλ’ αυτά και μάλλον για να λέω στον εαυτό μου πως έκανα κάτι, ελάττωσα το διάλειμμα μεταξύ των σφυριγμών στο ενάμισι λεπτό.

Ευτυχώς που το καράβι ήταν σύγχρονο και είχε ένα δυνατό έρ κοντίσιον για ολόκληρο το ακομοντέσιο*, αλλιώς κάτω από τις τροπικές και όλο υγρασία συνθήκες που ταξιδεύαμε θα είχαμε σκάσει. Ανεκτές ήταν και οι συνθήκες και μέσα στην γέφυρα επειδή κρατούσαμε κλειστές τις πόρτες για να μην ανεμίζει ο αέρας την βροχή πάνω στις ηλεκτρονικές κονσόλες και τις συσκευές των ραντάρ που υπήρχαν μέσα. Τα φυσούνια όμως του έρ κοντίσιον από το ταβάνι της γέφυρας που βρίσκονταν, δεν έσταζαν απλώς τις αραιές και κάθε τόσο συνηθισμένες σταγόνες υγρασίας, είχαν μεταβληθεί σε βρυσούλες που δεν κλείνουν καλά και στάζουν συνεχώς όσο κι αν προσπαθείς να τις κλείσεις. Σαν τύχαινε μάλιστα μέσα στο σκοτάδι της γέφυρας, να περάσεις από κάτω τους, πάθαινες κανονική ψυχρολουσία. Οι φακοί από τα κιάλια, σαν άνοιγες κάποια πόρτα να κοιτάξεις έξω μ’ αυτά, στη στιγμή θόλωναν από την διαφορά θερμοκρασίας που είχαν αποκτήσει στο εσωτερικό της γέφυρας που ήταν φυλαγμένα, με αυτήν που είχε το εξωτερικό περιβάλλον. Κάπου σε κάποια τσέπη σου έπρεπε να φυλάς ένα χαρτάκι ή μια χαρτοπετσέτα για να τους σκουπίζεις, αλλιώς δουλειά δεν έκανες.

Κάποια στιγμή άκουσα τον τον σκάπουλο* της βάρδιας, που στέκονταν λίγο πιο πέρα από μένα, εμπρός σ’ έναν από τους περιστροφικούς υαλοκαθαριστήρες των παραθύρων της γέφυρας, να σπάει την μουγγαμάρα που επικρατούσε εκεί μέσα, μονολογώντας: κοίτα μουστάκια που φκιάσανε τα φανάρια μας! Είχε δίκιο. Το φως από τα αναμμένα φανάρια πορείας του καραβιού, ανακλώνταν στην βροχή και σχημάτιζαν αυτό που οι ναυτικοί λένε σε περίπτωση βροχής ή ομίχλης, μουστάκια. Τριγύρω του καραβιού έβλεπες έναν ομιχλώδη κύκλο, χρωματισμένο πράσινο, κόκκινο ή άσπρο, ανάλογα από ποιο φανάρι του καραβιού προέρχονταν η ανάκλαση. Ατυχώς όμως, αυτό το ωραίο κατά τα άλλα θέαμα, γίνονταν μία επιπλέον αιτία περιορισμού της ορατότητάς μας.


παράθυρο γέφυρας με περιστρεφόμενο υαλοκαθαριστήρα


Δεν έδωσα όμως συνέχεια στη σωστή παρατήρησή του, γιατί οι ουρανοί είχαν ανοίξει άλλη μια φορά για τα καλά και η βροχή έπεφτε με το τουλούμι. Συνοδεύονταν όμως από απίστευτα συχνές ομοβροντίες κεραυνών και οι γιγαντιαίες λάμψεις τους, διαχέονταν πάλι και πάλι σαν περίτεχνα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα μέσα στα κατάμαυρα σύννεφα που είχαν περικυκλωμένο ασφυκτικά το καράβι. Κατά στιγμές οι κεραίες των ραντάρ, πάνω στο ψηλότερο άλμπουρο του καραβιού, αυτό που ήταν πάνω από την γέφυρα, σου έδιναν την αίσθηση μέσα στ’ αστραπόβροντα, ότι σέρνονται, ότι ταξιδεύουν μέσ’ τα σύννεφα.

Περισσότερο από συνήθεια παρά από πεποίθηση ότι θα αποκόμιζα κάποια καλλίτερη εικόνα για το τι υπάρχει τριγύρω μας, κάθε λίγο και λιγάκι έριχνα κι από μιά ματιά στο ραντάρ. Όρκο όμως έπαιρνα πως δεν έβλεπα τίποτε άλλο από μια ασπρίλα πάνω σε ολόκληρη την οθόνη του, η οποία δεν ήταν τίποτε διαφορετικό από την ανάκλαση των εκπομπών που αυτό έκανε, πάνω στον τοίχο της βροχής που μας περιέβαλε. Και τότε, έπρεπε να σε δέρνει μεγάλη αναισθησία για να μην αγωνιάς, για το τι έκρυβε πίσω της αυτή η ασπρίλα.

Έβρεχε ξέβρεχε όμως, η γη δεν έπαψε να γυρίζει και η μέρα φυσικά άρχισε να ξημερώνει. Εκεί προς την ανατολή άρχισε να φαίνεται λίγο ο ορίζοντας και κάποια στιγμή φάνηκε πως η ένταση της βροχής πάει να υποχωρήσει.

Την ώρ’ αυτή έκανα καθημερινά στην γέφυρα, εφόσον ευρισκόμαστε εν πλω, τις όσες προεργασίες χρειάζονταν για να πάρω (παρατηρήσω) τ’ αστέρια και να φκιάσω το στίγμα του καραβιού. Ακόμη και τούτη την βροχερή σημερινή ημέρα, έπιασα τον εαυτό μου να κάνει το ίδιο. Αν κάποιος που καταλάβαινε τι έκανα, με έβλεπε, θα έλεγε σίγουρα ότι είμαι βλαμμένος. Κάποιος σοφός μας όμως, ο Αριστοτέλης αν δεν κάνω λάθος, είπε πως κάποια συνήθεια, από ένα σημείο κι έπειτα, γίνεται «έξι». Αυτό φαίνεται πως συνέβαινε και μ’ εμένα. Μου τράβηξε μάλιστα ιδιαίτερα την προσοχή κατά την προετοιμασία παρατήρησης των αστεριών, το αστέρι Κάπελλα, το οποίο αν τα σύννεφα το επέτρεπαν, θα εμφανίζονταν στις 135ο μοίρες περίπου. Αν το τσάκωνα, θα μ’ εξυπηρετούσε ιδιαίτερα.

Ο λαός χρησιμοποιεί την φράση «αν σε θέλει». Φαίνεται πως ο θεός που ελέγχει τα σύννεφα, αυτή τη φορά ήθελε κι εμένα. Κάποια στιγμή η βροχή σιγά σιγά σταμάτησε και τα κατάμαυρα σύννεφα στον ουρανό, πέρα προς τα βορειανατολικά και μόνον, άρχισαν ν’ ανοίγουν και ν’ αφήνουν μια ανοιχτή και καταγάλαζη τρύπα, από τις 30 μέχρι και τις 50 μοίρες περίπου πάνω από την θάλασσα, όπως και στον ορίζοντα στην ίδια κατεύθυνση, ακριβώς κάτω από αυτό το ξάνοιγμα του ουρανού. Να Σταύρο είπα στον εαυτό μου, αυτή είναι ίσως η ευκαιρία σου να τσακώσεις τον Κάπελλα.

Στη στιγμή ευρέθηκα με τον εξάντα στο χέρι και ψάχνοντας λίγο στο ξάνοιγμα του σύννεφου, τον εντόπισα (τον Κάπελλα) με ένα αίσθημα χαράς. Ταλαντεύοντας μερικές φορές τον εξάντα, εμέτρησα το ύψος του πάνω από τον ορίζοντα και χωρίς να το πιστεύω ότι είχε συμβεί αυτό, έτρεξα στο χρονόμετρο για να σημειώσω την ώρα της παρατήρησης. Κάνοντας γρήγορα για να προλάβω πριν κλείσει πάλι το ξάνοιγμα του ουρανού και του ορίζοντα από τα σύννεφα, πρόλαβα και μέτρησα το ύψος του για δεύτερη φορά. Πολύ το ευχαριστήθηκα.


εξάντας


Η αγαλλίαση όμως για μένα θα έρχονταν μερικά λεπτά αργότερα όταν τελείωσα τον αστρονομικό υπολογισμό του Κάπελλα και έβαλα τα αποτελέσματα πάνω στον χάρτη. Η ευθεία θέσεως ή ευθεία Μάρκ όπως την λέμε που προέκυπτε απ’ αυτόν, μου έλεγε και δύο φορές μάλιστα, (όσες και τα ύψη του αστέρα που επήρα), ότι είχε διεύθυνση 045ο και ότι έπεφτε ακριβώς πάνω στην πορεία μας. Θεέ μου τι ηρεμία μου έδωσαν αυτές οι δυο μολυβένιες γραμμούλες που χάραξα πάνω στον χάρτη, κι αφήνοντας τους συναισθηματισμούς, στην μια της άκρη εσημείωσα την ώρα της παρατήρησης και στην άλλη έγραψα: Capella/διπλή παρατήρηση, για να υπογραμμίσω την αξιοπιστία της.

Λίγο αργότερα σαν ανέβηκε ο καπετάνιος στην γέφυρα (Μισιρλής Ρούσσος από την Σαντορίνη), είδε την ευθεία που είχα βάλει στον χάρτη με τις σημειώσεις μου και μου λέγει όλο ικανοποίηση: Ώστε ευρισκόμαστε στην πορεία μας!

Ο Κάπελλα το λέει του απάντησα, επιβεβαιώνοντας το ίδιο μ’ ένα ελαφρό χαμόγελο και μια καταφατική κίνηση της κεφαλής μου.

Χαμογέλασε ευχαριστημένος και κάνοντας κίνηση να βγάλει τσιγαρόχαρτο για να στρίψει ένα τσιγάρο, μου απηύθυνε μια καθαρά δική του έκφραση: Άαα του διαόλου ο γιός.

Έτσι για την ιστορία, με τις βροχές ξεμπερδέψαμε μετά το απόγευμα της ίδιας ημέρας.


Γλωσσάρι:

1) Άλτης= ισχυρή λάμπα κατάλληλη να δίνει σήματα μόρς ακόμη και την ημέρα. Παράφραση της εταιρείας Aldis που την κατασκευάζει.

2) Παλινώριο= μεταλλικός κύκλος συνήθως υποδιαιρεμένος σε 360ο , που εφαρμόζει επάνω στον επαναλήπτη της πυξίδας ή και σε μαγνητική διοπτηρία πυξίδα. Φέρει αντικριστά σχισμή και νημάτιο, ώστε η παρατήρηση να είναι ακριβής, ενώ ημπορεί ο παρατηρητής να βλέπει ταυτόχρονα την ένδειξη της πυξίδας προς την οποία ευρίσκεται το φανάρι ή το όποιο άλλο αντικείμενο παρατηρεί.

3) Αναμέτρηση= ο υπολογισμός της παρούσης θέσης ενός πλοίου, αφού αναμετρηθεί η απόσταση κατά την οποία αυτό απομακρύνθηκε από ένα γνωστό σημείο, βάσει του χρόνου και της ταχύτητας με την οποία ταξιδεύει.

4) Ακομοντέσιο ή κομοντέσιο= ο χώρος ενδιαιτήσεως του πληρώματος. Παράφραση της αγγλικής λέξης accommodatιon.

5) Σκάπουλος= ο ναύτης της βάρδιας που την ώρα εκείνη δεν κάνει τιμόνι, αλλά εκτελεί κατά κύριο λόγο χρέη οπτήρος ή και επιθεωρητού κάποιων χώρων, ή και εκτελεί κάποιες βοηθητικές εργασίες σχετικές με τα καθήκοντά του.


Σημείωση:

Α. Για ένα μεγάλο διάστημα, η Σιγκαπούρη ήταν το πλέον πολυσύχναστο λιμάνι στον κόσμο. Και σήμερα όμως αν δεν είναι το πρώτο, παραμένει ένα από τα πλέον πολυσύχναστα.

Β. Το νησί Letong σήμερα, όπως και η γύρω απ’ αυτό περιοχή, αποτελεί σημείο προς αποφυγή των μεγάλων καραβιών διότι έχει γίνει φωλιά σύγχρονων πειρατών.

Γ. Την εποχή στην οποία αναφέρεται το πιο πάνω γεγονός, δεν υπήρχε δορυφορική ναυτιλία, για τα εμπορικά καράβια τουλάχιστον που γνωρίζω. Το σημερινό GPS μας ήταν άγνωστο.


Σταύρος Γ. Δάγλας