meganisivtikes-istories%20(1)_edited.jpg

Ξέρω ότι κάπου στη γη

Υπάρχει ένα νησί

Ομορφότερο από το Μεγανήσι

Ψάχνω από το 1959

ανά την υδρόγειο για να το βρω

αλλ’ ακόμα δεν το ανακάλυψα.

Γι’ αυτό μέχρι να το βρω,

θα λέγω ότι το Μεγανήσι

είναι τ’ ομορφότερο (στο μέγεθός του)

νησί του κόσμου.

Σταύρος Δάγλας - Πλοίαρχος

Της Ρίτσας Φράγκου-Κικίλια

καθηγήτρια Μεταπτυχιακού  Προγράμματος Σπουδών,

του τομέα Νεοελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής

του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα ο καπτα-Σταύρος Δάγλας, παρακινημένος από την Κατερίνα Γ. Καββαδά, γράφει τις περισσότερες από τις «Μεγανησιώτικες Ιστορίες» του . Όπως ο ίδιος, στον πρόλογό του σημειώνει: «Από μικρός επροσπαθούσα να συγκρατήσω όσες ιστοριούλες άκουγα, σχετικές με το νησί μας και τους κατοίκους του, κάποιες μάλιστα, τις διηγιόμουν που και που, ανάμεσα σε φίλους.»

 

Με την τελευταία του φράση παραπέμπει στους παλιούς παραμυθάδες που γύριζαν τον κόσμο και διηγιόνταν ιστορίες παλιές, άλλες αληθινές, άλλες πλουτισμένες με υλικό που η φαντασία και η νοσταλγία πρόσφεραν αφειδώς.

Όλες αυτές οι ιστορίες είναι γραμμένες με αγάπη αλλά και πόνο για το νησί του, το Μεγανήσι, του οποίου η δημοτική αρχή μου έκανε την τιμή να με καλέσει να μιλήσω για το βιβλίο, που μου έφερε και μένα μνήμες και γέμισε την καρδιά μου με τρυφερότητα, καθώς είμαι και γω -όχι νησιώτισσα αλλά όμως-θαλασσινή.Έστσι ο Σταύρος Δάγλας με ταξίδεψε σε ξένα μέρη και στις μεγάλες θάλασσες, τις άλλοτε ήρεμες και άλλοτε φουρτουνιασμένες, τις θάλασσες που σε κάνουν να σκέφτεσαι τι άφησες πίσω σου, να λες, όπως μου έχουν διηγηθεί φίλοι καπεταναίοι, που ορκίζονταν πως: «αυτό είναι το τελευταίο μου μπάρκο» και όμως τον όρκο αυτόν τον πατούσαν ανενδοίαστα.

Η θάλασσα είναι, δεν παύει να είναι μια ακαταμάχητη ερωμένη. Η πατρίδα είναι η σύζυγος, η πιστή, που περιμένει τον άντρα της με λαχτάρα και πάλι με λαχτάρα τον ξεπροβοδίζει, μέχρι που να τον δει να ξανάρθει. Νομίζω πως είναι η μοναδική περίπτωση που τα δυο θηλυκά έχουν συμβιβαστεί, και που παρακαλούν και οι δυο να περνάει καλά ο ταξιδευτής στην αγκαλιά της άλλης.

Έτσι στην αγκαλιά της μιας έγραψε ο Σταύρος Δάγλας τις περισσότερες ιστορίες  του για την άλλη. Οι ιστορίες αυτές εβδομήντα-πέντε τον αριθμό, άλλες μικρότερες, άλλες μεγαλύτερες αποτελούν μια πραγματική κατάθεση ψυχής. Το πως γράφτηκαν, αν μέσα σε καλοκαιριά ή σε φουρτούνα, αν στο νησί ή στην Αθήνα, αν με χαρά ή με λύπη, κατ’ ουσίαν το γνωρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας.

Εγώ θα προσπαθήσω να δώσω μια αδρή περιγραφή όσο μου το επιτρέπει η διαστροφή του επαγγέλματός μου. Όπως και να έχει το πράγμα, τα κείμενα αυτά αποτείνουν φόρο τιμής στην ιδιαίτερή του πατρίδα και τους κατοίκους  της, φόρο τιμής περιβεβλημένο με μια άμετρη αγάπη. Τα πρόσωπα που δεν ξέχασε, είτε με το πραγματικό τους όνομα είτε με τα παρατσούκλια τους, η ντοπιολαλιά που δίνει στο κείμενο ένα χρώμα ιδιαίτερο, έτσι που να είναι ολοφάνερη η καταγωγή του, τα γεγονότα που μεγαλοποιούνται στο μυαλό των συντοπιτών του, οι αφέλειες, μερικές φορές και οι πονηριές ,περιγράφονται μ’έναν τρόπο ιδιαίτερα πειστικό για τον ξένο, αλλά για τον ντόπιο, πιστεύω, ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο. Τις περισσότερες φορές είναι γραμμένες οι ιστορίες μ’ ένα χιούμορ ιδιότυπο, που όμως πιστεύω πάλι, ότι, αν διαβαστούν ανάμεσα από τις γραμμές, κρύβουν αγάπη, νοσταλγία κι έναν πόνο αδιόρατο. Θεωρώ όμως ότι έχουν αποδοθεί τα περισσότερα περιστατικά με γνησιότητα. Μια γνησιότητα που δείχνει την εντιμότητα του συγγραφέα αλλά και τη δημιουργική λειτουργία της μνήμης. Μιας μνήμης που μας σώζει από την αλλοτρίωση.

Δεν κρύβεται ο καπτα Σταύρος. Ο ίδιος άλλωστε λέει: «Οι ιστοριούλες που γράφω έγιναν. Πώς; Κάπως έτσι». Και το έγιναν το τονίζει. Χωρίς να το θέλει γίνεται ένα είδος χρονικογράφου. Και το κάπως σημαίνει πως όταν η μνήμη γίνεται κάπως θολή, τότε επεμβαίνει η φαντασία.

Ας αφήσουμε όμως να μιλήσει ο καπετάνιος συγγραφέας.

Κάποιες απ’ τις ιστοριούλες εγράφτηκαν στο νησί, ορισμένες στην Αθήνα, οι πιο πολλές όμως στο καράβι κατά το ταξίδεμα, ποτέ κοντά σ’ ακτές, πάντα στην άπλα του ωκεανού.

Εκεί ήξερα πότε τις άρχιζα, δεν ήξερα όμως πότε θα τελειώσουν. Στην καλοκαιριά, μαλακώνει ο ναυτικός, του περισσεύει χρόνος, για να κοιτάξει και κάτι άλλο έξω απ’ τη δουλειά, π.χ. να διαβάσει λίγο ή να γράψει. Στην κακοκαιρία όμως είναι ανήσυχος, ευρίσκεται σ’ εγρήγορση και η διάθεση δεν είναι καλή, οι δεύτερες δουλειές μπαίνουν στο ράφι, συχνά για εβδομάδες.

Ταξίδι 40 περίπου ημερών (Βραζιλία-Κορέα μέσω ακρωτηρίου Καλής Ελπίδος), χειμώνα, (καλοκαίρι Ελλάδος), δεν έφθασε για να τελειώσω κάποια απ΄αυτές.

Ο Νότιος Ατλαντικός κι ο Ινδικός είχαν τα κέφια τους, στα τροπικά μού’ δειξε τι θα πει βροχή κι απ’ την ΤαΪβάν μέχρι την άφιξη τι θα πει ομίχλη.

Αχνάρια της κακοκαιριάς έβλεπα κάποιες φορές σ’ αυτά που έγραφα.

Και στα ταξίδια του είτε τα πραγματικά, είτε της ψυχής του, θυμάται ή δεν ξέχασε ποτέ και γράφει:

α)Για τον Μητσικό, τον Αβέλια και  τον Σκοτίδα που τα’ πιναν στο μαγαζί του Γιώργου του Κολέτση δηλαδή του Δάγλα και που ήταν γραμμένοι πάντα στον μαυροπίνακα για χρέη του πιοτού και που πλήρωναν όποτε μπορούσαν και όχι όλα. Τα τελευταία τα’ σβηναν λέγοντας στον Κολέτση που βλέποντας τα δικά του οικονομικά αδιέξοδα νέρωνε και λίγο το κρασί καθώς ήξερε πως ο Μητσικός σε λίγο θα του φώναζε: «Οπααα, σε τα παλιά, σε σβήστα…» και θα τα’ σβηνε με το χέρι του.

Παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν τότε σχεδόν σ’ όλη την Ελλάδα…. «Ελλάς ωνία!…»που έγραφε κι ο Δημήτρης Χατζής.

Στην ιστορία «…και τις αρβύλες τους» διαβάζουμε «Λένε πως οι Μεγανησιώτες επίνανε πολύ» και έπιναν «γνήσια ρομπόλα, πράγμα ξενοτικό και ανέρωτο, κι έπιναν τόσο πολύ, όπως μας  λέει ο καπετάνιος «μέχρι τις αρβύλες τους έπιναν» δηλαδή τις άφηναν για πληρωμή.

Έτσι σε άλλη ιστορία γράφει  «Πρόσεχε, εκεί στο Μεγα-νήσι που πας μη σε μεθύσουν», «εκεί μεθάνε ως και το Δεσπότη». Όπως και την τελευταία ιστοριούλα:  Νταούτας (Πάνος Μαρκεζίνης)-Μπέμπης) σε κέφια διηγείται πως ο πρώτος πήγαινε τον δεύτερο στη γυναίκα του: «είχανε τραβήξει τα πιοτά τους και της τον έφερνε στο σπίτι». Προφανώς ο Μπέμπης κινδύνευε να χαθεί και προφανώς επίσης θα έκανε «οχτάρια».

Οι ιστοριούλες των μεγανησιωτών σε σχέση με το κρασί είναι γραμμένες με πολύ χιούμορ, δεν καταδικάζει όμως ο Σταύρος Δάγλας, τους πρωταγωνιστές του(αλλά μήπως ο συγγραφέας τα τραβάει κι αυτός τα ποτηράκια του; Δεν το’κανε ο Χεμινγουέη, δεν το’ κανε ο Παπαδιαμάντης; Άλλωστε και οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου).Η αλήθεια είναι πως πριν γράψω το κείμενο αυτό μίλησα με μερικούς επτανησιώτες και είδα πως μάλλον όλοι θυσιάζουν στον Διόνυσο. Για να μην αναφερθώ στον εθνικό μας ποιητή και στην αγαπημένη του παρέα, τη βερντέα του…

Τα παρατσούκλια επίσης, όπως γνωρίζουμε δεν είναι τυχαία. Παρατσούκλια άλλωστε που απόμειναν μεταμορφώθηκαν σε επίθετα. Σταχυολογώ μερικά: Τελόριας (ο Γρηγόρης Καλλίνικος από το Κατωμέρι), Κανούλιας (Δημήτρης Κονιδάρης),Πέτρος Ραπανέζος (Κατωπόδης),ο Λευτέρης του Χαλκιαδάκια (Τσακαφλιάς),ο Μάκης ο γιατρός (Δάγλας –Σταθιάς), Αντρέας Κακάκιας, Κώστας (φιλόλογος),Δαγλέοι   με παρωνύμια αρκετά.

Τα παρατσούκλια αυτά είναι συνδεδεμένα με περιστατικά διάφορα, για παράδειγμα, φαίνεται πως κάποτε το νησί το ταλαιπωρούσαν τα τσακάλια. Και συγκροτήθηκε μια ομάδα για να τα κυνηγήσει, ο Τελόριας όμως είπε στους συμπατριώτες του πως το θέλει το τσακάλι που του αναλογεί και να μην του το πειράξει κανείς. Και γράφει ο  Σταύρος Δάγλας: «Όπως ήταν επόμενο, το όνομα Τελόριας, δίκαια ή άδικα, έμεινε για χρόνια στο νησί, σαν κάτι συνώνυμο με την αντίδραση. Το αναφέρουν μέχρι και σήμερα καμιά φορά».

Υπάρχουν ιστορίες με πολύ πόνο που όμως είναι γραμμένες μ’ έναν τρόπο που αποδίδει την ελληνικότητά τους, όπως η επιγραφόμενη «Στη μνήμη του αδελφού». Με δυο λόγια: από τρεις αδελφούς πέθανε ο ένας ο Γιώργος. Ο άλλος ο Γιάννης έψαχνε τον τρίτο, τον Δήμο, που ψάρευε, να του πει το μαντάτο. Δεν τον βρήκε και καθώς έψαξε και στον Κάλαμο σε μια ταβέρνα τον φώναξαν να μπει μέσα. Για να μην τους προσβάλει μπήκε και, όπως διηγείται πάλι ο καπετάνιος κάθισε στο τραπέζι κι όταν ο Γιαννακός -το καλύτερο κλαρίνο της περιοχής άρχισε να παίζει το «όλες οι δάφνες, όλες οι δαφνούλες» και τον προσκαλούσε και η παρέα… γράφει ο Σταύρος Δάγλας:

Δε ξέρει τι συνέβηκε μέσα του, μια ακατανίκητη έλξη τον έσυρε μέχρι το χορό, επιάστηκε στο μαντήλι και μια άγνωστη δύναμη εκινούσε τα πόδια του ,στο ρυθμό του «όλες οι δάφνες», που με τόση μαεστρία έπαιζε ο Γιαννακός.

Όταν ετελείωσε το τραγούδι ,με κάποια δικαιολογία, έφυγε απ’ τα βιολιά για τη βάρκα του. Τον περίμεναν και αναχώρησε προς Κάλαμο. Κάπου εκεί έγινε η συνάντηση των άδερφών. Μαζί επέστρεψαν στο νησί και κήδεψαν τον Γιώργο.

Την άλλη μέρα, η γυναίκα του Γιώργου, η νύφη του η Διονύσω, του κράταγε μούτρα. Εκατάλαβε. Κάποιο από τα  «κακομαθημένα» που είχε στη βάρκα, που δεν ένοιωθε και δεν αντιλαμβανόντανε τον πόνο του, της μετέφερε το συμβάν του Μύτικα, με τρόπο «ανάρμοστο» που δεν τον «εξέφραζε» και ήταν βαρύ του παράπονο αυτό.

Αποφάσισε να της μιλήσει, για να λύσει την παρεξήγηση. Και της εξήγησε με δάκρυα στα μάτια: «Κατλαμβάνειθ νύμφη Διονύθω, δε φταίω εγώ. Αυτόθ ο άτιμοθ ο Γιαννακόθ τα φταίει όλα .Ήταν το όλεθ οι δάφνεθ. Το έπαιζε τόσο χλιβερά ,που άγγιζε την ψυχή μου ,με έλκυθε.»

Η Διονύσω, τόσα χρόνια νύφη του, τον εκατάλαβε και τον συγχώρεσε .Ήταν σίγουρη, πως κι ο μακαρίτης το ίδιο θα΄κανε.

Έπειτα δεν έφταιε αυτός, αλλά εκείνος ο άτιμος ο Γιαννακός, που το έπαιζε τόσο χλιβερά».

Τα τοπωνύμια φυσικά είναι πολλά αφού όλες οι ιστορίες διαδραματίζονται στο νησί: Κατωχώρι- Μύτικας- Κάλαμος-Αθερνός-Αμπελάκια-Μπάλος-Ακόνια-Πνιγμένος-Βαθύ κ.λπ.  κι η ντοπιολαλιά δίνει και παίρνει : αχινιούς, λεφοβαρεμένε, χλιβερά ,γουβιού, μπόχα, άμπωνε, χαϊπώθηκε, κολέας, χαϊδονοικοκύρης, σαστικός, παραψήφου, μπαμπαξά, καρούτα,σκρούμπος,καπάσα,μαλάθα,παταγούδι…

Αλλά και ναυτικές λέξεις παίζουν τον ρόλο τους:πανί εκάνανε, πρωτόκολο(πρόστιμο),κόφα του άλμπουρου, τρατοκάικο, σιρόκο και κουπί, ταμπούκο της μηχανής, πίντα, ράδα, πλώρη, πρύμη, σεντίνες, αμπάρι,τεμόνι,επριμάτσωσε,όρτσα λα μπάντα κλπ. Υποθέτω πως οι ντόπιοι θυμούνται και τα καραβάκια τους τον «Αι – Γιώργη»(Δας),τον «Γλάρο», όπως και γω θυμάμαι τον «Κύκνο» να βγαίνει από το λιμάνι μου του Βόλου άσπρος και καμαρωτός, σαν κύκνος.

Η άλλη ιστορία τώρα. «Ο γυρισμός απ’ τα βιολιά» παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί φανερώνει την άποψη του πριν από πολλά βέβαια χρόνια νεοέλληνα πατέρα, που δεν άφηνε την κόρη μόνη με τον αρραβωνιαστικό της. Κι αυτό ίσως θα μπορούσε να συμβεί αν ήταν μέρα αλλά σε περιπτώσεις εξαιρετικές. Πρόκειται για μια ιστορία που έλαβε χώρα στο 1954. «Δυο αρραβωνιασμένα παιδιά με χίλια ζόρια πήραν την άδεια του πατέρα της κόρης να πάνε στο Σπαρτοχώρι στο πανηγύρι τ’ Αι-Γιωργιού. Αλλά υποσχέθηκαν να γυρίσουν με το κάθισμα του ήλιου γιατί ο πατέρας…. «Δε θ’ άφηνε αυτός την κοπέλα του, να νυχτώσει στις στράτες, μ’ αυτόν τον «άτιμο» το γαμπρό του. Ήξερε χίλιους τρόπους να την ξεστρατίσει και να τη γύρει κατά τους λόγγους μόλις ενύχτωνε… κι εσκέφθηκε: Ήθελε και θα την πήγαινε στην εκκλησά (για στεφάνι)όπως έπρεπε, όχι με ζάβιες (κόπιτσες) ξεκόμπωτες. Το’θελε το μουστάκι του στριμμένο, τσιγκέλι το’θελε, όχι να του το ξυρίσουνε και του ‘ δωσε ακόμη μια στριψά.»

Τελικά άργησαν…, ο πατέρας περίμενε στο σταυροδρόμι σαν ταύρος και μια θεια, σαν από μηχανής θεός, έσωσε την κατάσταση.

Για τις μεγάλες ηλικίες είναι μια πολύ συγκινητική αλλά και κοινή σ’ όλη την Ελλάδα ιστορία. Μια ιστορία χαρακτηριστική που δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει αντιληπτή από τα τωρινά νιάτα.

Με χιούμορ είναι επίσης γραμμένη η ιστορία «επανασύνταξις μητρώων Κατωμερίου» όπου περιγράφεται το πάθημα του επί χρόνια γραμματέα της Κοινότητας, Δεσσέα, που από το τσιγάρο του έπιασαν φωτιά κάποια μητρώα και μισοκάηκαν. Ο Δεσσέας με τον ανηψιό του τον Ζώη της Ζαχαρένιας τα τακτοποιεί κατά το δοκούν. Δηλαδή όσα μητρώα είχαν γίνει «σκρούμπος» ξαναγράφηκαν από τους δυο τους με λίγη φαντασία.

Στις «εξετάσεις για άδεια ταχύπλοου σκάφους» που περιγράφει τόσο γλαφυρά ο Σταύρος Δάγλας φαίνεται πως και τότε συνέβαινε ότι και στην  εποχή μας με τις εξετάσεις για την απόκτηση άδειας και διπλώματος αυτοκινήτου.

Και η «Πεζούλα του Πανάκου» παίζει τον ρόλο της στις Μεγανησιώτικες Ιστορίες κι ο χωριανός που προτιμούσε την κόλαση γιατί στον παράδεισο δεν υπήρχαν μεζεκλίδια «κι έπειτα τόση ξεραΐλα (χωρίς πιοτό)δεν αντέχεται».

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει αλλά και συγκίνηση προκαλεί η ιστορία «Η γνωριμία με το ραδιόφωνο». Κι αυτό γιατί δεν είναι απλώς μια μεγανησιώτικη ιστορία. Είναι πανελλήνια. Θυμίζει τα ελληνικά έργα της δεκαετίας του ’50 που μαζεύονταν όλοι οι κάτοικοι της ίδιας αυλής γύρω από ένα ραδιόφωνο να ακούσουν τα νέα. «’Έφερε ράδιο», το τάδε μαγαζί, «Αγόρασε ράδιο» ο  δείνα γείτονας ή απλώς γνωστός, και  με πολύ θαυμασμό «Το είπε το ράδιο». Έτσι μιας κι όπως σημειώνει ο καπτα-Σταύρος «Πριν τον Β. Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ραδιόφωνα που υπήρχαν στο Μεγανήσι, ήταν ελάχιστα. Απ’ όσο ξέρω, στο Κατωμέρι δεν υπήρχε σε κανένα μαγαζί, πολύ δε αμφιβάλλω αν υπήρχε και σε κάποιο σπίτι.

Όταν εκηρύχθηκε ο  ΕλληνοΪταλικός πόλεμος (1940-1941),οι άνδρες που ήθελαν ν’ ακούσουν τις εξελίξεις του πολέμου και τις ειδήσεις γενικότερα, επήγαιναν με τα πόδια από το Κατωμέρι στο Βαθύ, στο καφενείο του Ατζουλή (Κονιδάρη),που διέθετε ραδιόφωνο.»

Συνεπώς το γεγονός ότι ένα απόγευμα μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, γράφει ο καπετάνιος. «Το……. παιδάκια ακόμη εμείς, που πηγαίναμε δεν πηγαίναμε στο δημοτικό σχολείο, ακούσαμε ένα απόγευμα μετά τον  ερχομό της συγκοινωνίας απ’τη Χώρα, ότι ο Νικολάκιας (Νικόλαος Πολίτης του Βησσαρίωνος) έφερε ράδιο, που θα το’ βαζε στο μαγαζί του (Καφενείο-Παντοπωλείο-Κρεοπωλείο).

Όπως ήταν φυσικό, εγώ και η παρέα μου, απαρατήσαμε επί τόπου ότι κι αν εκάναμε κι ετρέξαμε στου Νικολάκια, να δούμε και να μάθουμε τι είναι αυτό το πράγμα, γιατί ράδιο ακούαμε(αν ακούαμε)και ράδιο δε ξέραμε.»

Όπως ήταν φυσικό έγινε συνωστισμός μεγάλος. Άντρες-γυναίκες-παιδιά να δουν το θαύμα. Το πως στήθηκε η κεραία, το πώς θα άκουγαν τη φωνή, πως είναι δυνατόν να μιλάει κάποιος στην Αμερική και να τον ακούν στο Μεγανήσι. Και πως θα ήταν δυνατό «εδώ δύσκολα ακούγαμε τι γίνεται απάνου στα Γράβαλα».

Χαμός έξω απ’το μαγαζί. Κι ενώ γίνονταν όλα αυτά, νάσου σε μια στιγμή «ο κολέας μας ο Μαλφάτος (Γεράσιμος Παύλου Δάγλας) με ύφος περίεργο, πλήρες απογοήτευσης, που κατάφερε και είδε μέσα στο μαγαζί το ραδιόφωνο που έμοιαζε με ένα πάκο γνέμα. Και τίποτε άλλο. Για να δούμε πως περιγράφει ο συγγραφέας.

«Όταν απομακρυνθήκαμε απ’ τη τζαμόπορτα (με σπρωξιές) για να δούνε κι άλλοι που περίμεναν, τουλάχιστον εγώ, αισθάνθηκα πολύ παράξενα .Ένοιωθα σα να είδα έναν νάνο, εκεί που περίμενα να δω έναν γίγαντα, ότι μου έδειξαν μια γάτα ενώ μου έλεγαν ότι θα δω ένα λιοντάρι. Τώρα από πού κι ως που ανέβασε το ραδιόφωνο τόσο ψηλά η φαντασία μου και τόσο γρήγορα, δεν ξέρω. Πάντως άλλο επερίμενα και άλλο είδα κι άκουσα.

Από τη χλιαρή συζήτηση που ακολούθησε, ανάμεσα σε μένα και τους φίλους μου γύρω απ’αυτό ,εκατάλαβα ότι κάπως έτσι ένοιωθαν κι αυτοί, σαν εμένα. Το ραδιόφωνο είχε διαγράψει για μας, την πορεία ενός χαρταετού, που στην αρχή, ευνοϊκό αεράκι,  τον σήκωσε στα μεσούρανα και τον καμαρώσαμε. Κατόπιν, το αγέρι έμεινε κι ο αητός, το καμάρι μας μέχρι λίγο πριν, ευρέθηκε άχαρα πεσμένος στο έδαφος.»

Έτσι, όπως άχαρα πεσμένα στο έδαφος πέφτουν πολλά όνειρα μας, αφήνουν όμως μια γεύση νοσταλγίας γλυκιάς.

Αγαπητοί φίλοι,

Ο Σταύρος Δάγλας με τη σεμνότητα που διακρίνει τα γραφόμενά του, έδωσε ένα έργο ζωντανό. Τίμησε τον τόπο του, και του άνοιξε μιαν αγκαλιά γεμάτη αγάπη. Όταν διαβάζει κάποιος αυτές τις ιστορίες μπορεί να κατανοήσει ποιος είναι ο ρόλος που διαδραματίζει για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας η ιδιαίτερή μας πατρίδα.

 

Έτσι ακριβώς, όπως ο ίδιος ο καπτα-Σταύρος μας το λέει στο πρώτο του μικρό κείμενο που το επιγράφει «Μεγανήσι»:

 

Ξέρω ότι κάπου στη γη

Υπάρχει ένα νησί

Ομορφότερο από το Μεγανήσι

 

Ψάχνω από το 1959

ανά την υδρόγειο για να το βρω

αλλ’ ακόμα δεν το ανακάλυψα.

 

Γι’ αυτό μέχρι να το βρω,

θα λέγω ότι το Μεγανήσι

είναι τ’ ομορφότερο (στο μέγεθός του)

νησί του κόσμου.