• Σταύρος Δάγλας

Ναυτικό Γλωσσάρι



S.O.S. διεθνές σήμα κινδύνου. Από τις αγγλικές λέξεις: SaveOur Souls= σώστε τις ψυχές μας.

Αβαράρω Σπρώχνω με τα χέρια ή κάποιο κοντάρι ένα σταθερό αντικείμενο ή κάποιο μεγάλο αντικείμενο, με σκοπό να απομακρυνθεί απ’ αυτό η βάρκα στην οποία είμαι μέσα.

Ακομοντέσιο ο χώρος διαβίωσης του πληρώματος.

Αλαπάντα Κατά μεριά, όλο στην μία πλευρά.

Άλντις εύχρηστος προβολέας σημάτων μορς.

Ανεμόβροχο εδώ, το θαλασσινό νερό που συμπαρασύρει ο άνεμος, μετά το ξέσπασμα του κύματος πάνω στο πλοίο και το οποίο γαζώνει σαν πολυβόλο τις υπερκατασκευές του καραβιού.

Ανεμόσκαλα σχοινένια σκάλα, με σκαλοπάτια ξύλινα, στρογγυλά ή επίπεδα, ανάλογα με την χρήση της.

Αντρειεύω Δυναμώνω, γίνομαι ισχυρός.

Απίκου Ακριβώς πάνω από κάτι.

Αποθάλασσο ο κυματισμός που απομένει μετά την κατάπαυση του ανέμου. Συχνά όμως είναι και προάγγελος επερχόμενης κακοκαιρίας.

Βαρδιάνος αυτός που κάνει βάρδια.

Βιράρω την άγκυρα παίρνω μέσα την άγκυρα.

Γερμανός Μετά τον ΒΠ Πόλεμο, συναντούσες συχνά σε Ελληνικά καράβια Γερμανούς αξιωματικούς καταστρώματος και μηχανής, διότι με την λήξη του πολέμου, η Γερμανία είχε πολύ μικρό εμπορικό στόλο και οι ναυτικοί της μπαρκάριζαν όπου εύρισκαν.

Γιέκια Παράφραση της λέξης οίαξ. Οίαξ, οιέκια, γιέκια. Το δοιάκι όπως το λένε εκτός Μεγανησίου.

Γρύλος μεταλλικός σφικτήρας βιδωτός.

Διοπτεύω παρατηρώ μέσω πυξίδας, στις πόσες μοίρες ευρίσκεται κάποιος στόχος.

Διπλαρώνω εδώ, φέρνω τον καιρό και το κύμα στο πλάγιο του πλοίου.

Διπλοβάρδια βάρδια με διπλάσιο του συνηθισμένου προσωπικού.

Διπύθμενο δεξαμενή (σαβούρας, νερού ή καυσίμων) που σχηματίζεται στον χώρο, μεταξύ πανιόλου (η επίπεδη επιφάνεια που βλέπομε σ’ ένα κενό αμπάρι, όταν το κοιτάζομε από πάνω) και του εξωτερικού κελύφους του πλοίου.

Έμβολο σκοινιού Πολλές ίνες σκοινιού στριμμένες μαζί, πάχους του ενός τρίτου ή ενός τετάρτου του όλου πάχους του σκοινιού, ανάλογα των εμβόλων που έχει αυτό, συνήθως τρία ή και τέσσερα.

Κατάμπαρο το κάτω μέρος του αμπαριού καθώς κοιτάζομε στο αμπάρι από πάνω, το πανιόλο.

Κατάπλωρα Στην πλώρη ακριβώς.

Κλειδί εδώ, υποδιαίρεση της καδένας άγκυρας του πλοίου. Ένα κλειδί του εμπορικού ναυτικού έχει μήκος 15 οργιές ή 27.45 μέτρα.

Κομπλετάρισμα τελείωμα.

Κονβόυ Συνοδεία πλοίων. Με την λέξη αυτή έμειναν γνωστές κατά τον ΒΠΠ, συναθροίσεις πλοίων, ημπορεί και 40-50 τον αριθμό, τα οποία μετέφεραν εφόδια των συμμάχων, με την συνοδεία πολεμικών σκαφών, όχι σπάνια και βοηθητικών αεροπλανοφόρων, για προστασία τους από τα εχθρικά υποβρύχια, πλοία επιφανείας και αεροπλάνα.

Κόντρα γέφυρα το άνω της γέφυρας κατάστρωμα (η ταράτσα της).

Κοράκι Η προέκταση πλωριού (προσθίου) μέρους της καρίνας του σκάφους προς τα άνω, που συχνά είναι το υψηλότερο σημείο του κυρίου σκάφους.

Κουπιές το τράβηγμα του κουπιού μερικές φορές.

Κόφα Πλατφόρμα ξύλινη οριζόντια και συνήθως ημικυκλική, κατασκευασμένη σχεδόν στην κορυφή κάθε άλμπουρου. Βοηθάει στην επίβλεψη και συντήρηση των αρμένων του πλοίου. Στο σημείο αυτό στερεώνονται τα ξάρτια του άλμπουρου.

Κράτει εντολή να σταματήσεις, (κάνω κράτει= σταματώ).

Κροσάρω διαπλέω.

Λαπασάρισμα Έφυγε η φούρια του καιρού.

Λάσκο όχι πλήρως φορτωμένο, ξαλαφρωμένο.

Λάτζα η βάρκα που εξυπηρετεί – συνδέει τα πλοία που ευρίσκονται μακριά από την στεριά, με το λιμάνι. Συχνά με την ίδια λέξη υπονοούμε και τον χώρο που αράζουν οι βάρκες (οι λάτζες).

Λοξοδρομία (ή πλεύση λοξοδρομική), η πλεύση κατά την οποία η καρίνα του πλοίου τέμνει τους μεσημβρινούς της γης, με την ίδια γωνία. Συνδέει δύο σημεία, όχι με τον συντομότερο δρόμο, αλλά και δεν υποχρεώνει το πλοίο να ταξιδέψει σε μεγάλα πλάτη (όπως η ορθοδρομία), όπου υ π ο τ ί θ ε τ α ι ότι οι κακοκαιρίες που θα συναντήσει σ’ αυτά (τα μεγάλα πλάτη) είναι συγκριτικά περισσότερες.

Λοστρόμος ο ναύκληρος, είναι υπαξιωματικός, ο επικεφαλής του προσωπικού καταστρώματος.

Μαγαζί αποθήκη.

Μαϊνάρω Κατεβάζω.

Μακαράς Τροχαλία.

Μαντάρι Το πολύσπαστο – ο συνδυασμός άνω και κάτω τροχαλιών με σκοινί, που προσαρμόζεται στην αντένα του πανιού και με αυτό ανεβοκατεβάζουν το πανί.

Μαρκόνης ο ασυρματιστής του πλοίου (από τον εφευρέτη του ασυρμάτου Ιταλό Μαρκόνι).

Μάσκα εδώ, το μάγουλο της πλώρης του καραβιού.

Μικρομποτζαρισιές μικροδιατοιχισμούς, μικροκουνίματα του σκάφους κατά το εγκάρσιο.

Μικρο-σκαμπανευάσματα Μικρο-ανεβοκατεβάσματα της πλώρης.

Μπίγες (φορτωτήρες), τύπος γερανών πλοίου.

Μπομπότηδες ονομασία με την οποία αποκαλούν οι Έλληνες ναυτικοί τους μικροπωλητές που ανεβαίνουν στα πλοία, στα διάφορα λιμάνια.

Μποτζαρισιά εγκάρσια (δεξιά-αριστερά) κλίση του πλοίου.

Μποτσαρίσματα δεσίματα.

Μποτσάρω δένω κάτι για να το ασφαλίσω, ώστε να μη χαλάσει το ίδιο, ή να μη προκαλέσει ζημιές αλλού, σε τυχόν μετακίνησή του.

Μπουγιέλο Ο κουβάς.

Μπουντέλι Πάσσαλος ξύλινος ή και σιδερένιος που τον χρησιμοποιούμε για να στερεώσομε κάτι.

Μπουντελιάρω σφηνώνω κάτι για να μην κινείται με την χρήση ξύλων, υποστυλώνω.

Μπουρίνι αιφνίδιο ξέσπασμα ισχυρού ανέμου, συχνά μικρής διάρκειας.

Ντέζω Μπλέκομαι, μπλέκομαι σε εμπόδιο.

Ντεημάνης (ή και νταημάνης), ο άνθρωπος που δουλεύει μόνον την ημέρα, συνεπώς δεν κάνει βάρδια (από το dayman).

Ξάρτια σύρματα (κυρίως) που ξεκινούν περίπου από την κορυφή του καταρτιού και καταλήγουν (συνήθως) στα πλευρά του πλοίου. Συντελούν στην ενίσχυση του καταρτιού.

Ξενερίζω βγαίνω έξω απ’ το νερό, στον αέρα, (όταν η προπέλα ξενερίζει, περιστρέφει σαν ανεμιστήρας χωρίς να παράγει έργο).

Ξεντεργάρω Ξεκαθαρίζω, διευθετώ εκκρεμότητες.

Οκιο εδώ στρογγυλό άνοιγμα του παραπέτου, μάτι.

Ορθοπλωρίζω Στρέφω την πλώρη του καϊκιού πάνω στον αέρα.

Ορτσάρω Στρέφω την πλώρη του πλοίου προς τον καιρό, προς το αέρα.

Παλαμάρι Σκοινί προσδέσεως, συνήθως λίγο χοντρό, ή και κάβος (σκοινί χοντρό) που ενώνει το πλοίο με την στεριά.

Περατζάδα πέρασμα από το ένα μέρος στο άλλο, διάπλους.

Ποδάρια Σύρματα με τα οποία ανεβοκατεβαίνουν οι μπίγες που εξηγούμε τι είναι αμέσως πιο κάτω.

Ποδίζω γυρίζω το πλοίο τα εμπρός-πίσω (συνήθως για να πιάσω λιμάνι απάνεμο ή και να δεχθώ τον καιρό πιο μαλακά).

Πόμπα Ο εργάτης ή το βαρούλκο της αγκύρας.

Πούπι μικρό σπιτάκι στο πρυμιό μέρος του πλοίου, επίστεγο.

Ράγουλο Τρόχιλος.

Ρεπόρτο εδώ, το δελτίο καιρού που παίρνει ο ασυρματιστής.

Σβουλάδα Ή και σβιλάδα. Απότομη και ισχυρή ριπή ανέμου, σπηλιάδα.

Σγαράρω Ξεφεύγω

Σέρνει εδώ, το καράβι τραβάει, παρασύρει την άγκυρα ή τις άγκυρές του.

Σημαδούρες για πολλά χρόνια μετά τον ΒΠΠ, οι διαθέσιμες προβλήτες στα λιμάνια της Ιαπωνίας ήταν λίγες και χρησιμοποιούνταν κυρίως από πλοία που μετέφεραν εμπορεύματα (γενικό φορτίο). Τα υπόλοιπα πλοία (τα περισσότερα) έδεναν εμπρός πίσω, σε καλοτοποθετημένες σημαδούρες μέσα στο λιμάνι και εκφόρτωναν (κυρίως) εκεί, με τα δικά τους μέσα, μαούνες.

Σκαμπανεβάζω ανεβοκατεβαίνω.

Σκαμπανεύασμα ανεβοκατέβασμα του πλοίου στο κύμα.

Σκαντζάρω αλλάζω, ή αντικαθιστώ κάποιον σε βάρδια, (συχνά και καλώ κάποιον σε βάρδια).

Σκαπουλάρω εδώ, γλιτώνω, ξεφεύγω.

Σπιλιάδες ριπές ανέμου βίαιες.

Ταμπούκιο Ξύλινη συνήθως υπερκατασκευή, που σκεπάζει και ασφαλίζει άνοιγμα του καταστρώματος . Ταυτοχρόνως αποτελεί και τόπο διέλευσης από τον κάτω του καταστρώματος χώρο, στο ίδιο το κατάστρωμα και αντιστρόφως. Συνήθως έχομε το ταμπούκιο της πλώρης και το ταμπούκιο μηχανής. Καμιά φορά και του αμπαριού.

Τσιμαρόλι ποσότητα θαλασσινού νερού που σηκώνεται στον αέρα μετά το ξέσπασμα του κύματος στο πλοίο και παρασύρεται βίαια από τον άνεμο.

Τσιμαρόλια Εδώ, το νερό από κορυφές ή κορυφούλες κυμάτων, που χτύπησαν στο σκάφος κυρίως και αφού ξεθύμαναν χτυπούν κάπου μ ελαττωμένη δύναμη.

Ύπαρχος αξιωματικός γέφυρας (καταστρώματος), ο πρώτος στην ιεραρχία μετά τον Πλοίαρχο.

Φουντάρω ποντίζω την άγκυρά.

Φτερό της γέφυρας Προέκταση του καταστρώματος γέφυρας, δεξιά και αριστερά αυτής, με αντιανεμικά παραπέτα. Φτάνει μέχρι τις πλευρές του πλοίου, έχει ανεμπόδιστη θέα και προσφέρεται για τις όποιες παρατηρήσεις.